menu

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

ΕΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ



Ἱ­ε­ρὰ Μη­τρό­πο­λις Δη­μη­τρι­ά­δος
Ἐ­νο­ρι­α­κὴ Σχο­λὴ Γο­νέ­ων
Ἱ­ε­ροῦ Μη­τρο­πο­λι­τι­κοῦ Να­οῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Βό­λου




«Ὁ Ἱ. Χρυ­σό­στο­μος ὁ­μι­λεῖ γιὰ τὴν ΑΓΑΠΗ»1.

   Ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ο λεί­πει σή­με­ρα ἀ­πὸ τὸν κό­σμο εἶ­ναι ἡ ΑΓΑΠΗ. Ὁ­μι­λοῦ­με γιὰ ἀ­γά­πη, ἀλ­λὰ δὲν τὴν βι­ώ­νου­με. Συ­νή­θως, ζη­τοῦ­με νὰ μᾶς ἀ­γα­ποῦν οἱ ἄλ­λοι, ἐ­νῷ ἐ­μεῖς με­τὰ δυ­σκο­λί­ας ἐκ­φρά­ζου­με τὴν ἀ­γά­πη μας γιὰ τοὺς ἄλ­λους.  Ὁ Χρι­στὸς μᾶς δι­δά­σκει: «Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΗ ΕΣΤΙ» καὶ πῶς οἱ μα­θη­τές Του θὰ πρέ­πει νὰ δι­α­κρί­νον­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη ποὺ ἔ­χουν με­τα­ξύ τους. Δυ­στυ­χῶς, αὐ­τὸ τὸ μή­νυ­μα ποὺ μᾶς δί­νει ὁ Χρι­στὸς καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας δὲν μᾶς ἀγ­γί­ζει καὶ δὲν δο­νεῖ τὶς ψυ­χές μας.
    Σή­με­ρα, ἔ­χουν λι­γο­στέ­ψει τὰ ἅ­γι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα (γο­νέ­ων, ἱ­ε­ρέ­ων, δα­σκά­λων, κα­θη­γη­τῶν κ.α.) ποῦ φω­τί­ζουν καὶ κα­θο­δη­γοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους στὴν ἔμ­πρα­κτη ἀ­γά­πη. Ὅ­λοι μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­γά­πη, ἀλ­λὰ λί­γοι τὴν βι­ώ­νουν ἔμ­πρα­κτα. Βε­βαί­ως, δὲν ἔ­χουν λεί­ψει καὶ τὰ ἅ­γι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα. Δὲν μπο­ροῦ­με ὅ­μως νὰ κλεί­σου­με τὰ μά­τια μας καὶ νὰ ἀ­γνο­ή­σου­με τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ εἰ­κό­να ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ στὴν σύγ­χρο­νη κοι­νω­νί­α, στὴν οἰ­κο­γέ­νει­α, στὴν συ­ζυ­γί­α, στὸ σχο­λεῖ­ο κ.λ.π. Συ­νή­θως, ἐ­πι­κρα­τεῖ ἡ ψυ­χρό­τη­τα, ἡ ἰ­δι­ο­τέ­λει­α, ἡ μο­να­ξιά, ἡ θλί­ψη, τὸ μῖ­σος, ὁ φθό­νος, ὁ θυ­μὸς καὶ ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. 
      Ἀ­πὸ μι­κρὰ παι­διὰ ἔ­χου­με δι­δα­χθεῖ πὼς ἡ οἰ­κο­γέ­νει­α εἶ­ναι τὸ ὑ­γι­ὲς κύτ­τα­ρο τῆς κοι­νω­νί­ας μας. Πα­ρα­τη­ροῦ­με, πὼς αὐ­τὸ τὸ ὑ­γι­ὲς κύτ­τα­ρο, ἡ οἰ­κο­γέ­νει­α, ἔ­χει ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες νο­σή­σει ἐ­πι­κίν­δυ­να καὶ γι’ αὐ­τὸ κα­θη­με­ρι­νὰ θρη­νοῦ­με γιὰ τὴν δι­ά­λυ­σή της. Λεί­πει ὁ Χρι­στὸς μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συ­ζυ­γί­α καὶ τὴν οἰ­κο­γέ­νει­α καὶ ἀντ’ Αὐ­τοῦ κυ­βερ­νᾷ ὁ διά­βο­λος. Λεί­πει ἡ εἰ­λι­κρι­νὴς χρι­στια­νι­κὴ ἀ­γά­πη ποὺ εἶ­ναι ἡ βά­ση τοῦ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας καὶ ἀντ’ αὐ­τῆς κυ­ρι­αρ­χεῖ ἡ τα­ρα­χή, τὸ μῖ­σος, ὁ θυ­μὸς καὶ ἡ δι­χό­νοι­α.
      Τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με; Πῶς πρέ­πει νὰ πο­ρευ­θοῦ­με; Ποιὸς μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κα­θο­δη­γή­σει καὶ νὰ μᾶς βο­η­θή­σει ν’ ἀλ­λά­ξου­με πο­ρεί­α; Ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη πε­ρι­θώ­ρι­ο νὰ σώ­σου­με τὶς οἰ­κο­γέ­νει­ές μας ἀ­πὸ τὴν δι­ά­λυ­ση καὶ τὴν κα­τα­στρο­φή; Βε­βαί­ως, ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα ἂν με­τα­νο­ή­σου­με καὶ ἂν βά­λου­με στὴ ζω­ὴ μας ὁ­δη­γὸ καὶ Κυ­βερ­νή­τη τὸ Χρι­στό. Ἐ­ὰν θε­λή­σου­με νὰ φέ­ρου­με τὴν ΑΓΑΠΗ  μέ­σα στὶς καρ­διές μας, στὸ σπί­τι μας, τὴ γει­το­νιά μας καὶ γε­νι­κό­τε­ρα στὴν σύγ­χρο­νη κοι­νω­νί­α.
     Ἐ­φέ­τος, στὴ σύ­να­ξή μας, κα­λέ­σα­με ἕ­ναν με­γά­λο δά­σκα­λο γιὰ νὰ μᾶς δι­δά­ξει καὶ νὰ μᾶς κα­θο­δη­γή­σει. Ἐ­πι­λέ­ξα­με τὸν Ἱ. Χρυ­σό­στο­μο ποὺ θε­ω­ρεῖ­τε ὡς ὁ με­γα­λύ­τε­ρος χρι­στια­νὸς παι­δα­γω­γὸς γιὰ νὰ μι­λή­σει στοὺς συ­ζύ­γους, στοὺς γο­νεῖς, στὰ παι­διὰ καὶ σὲ πολ­λοὺς ἄλ­λους ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦν λύ­ση στὰ προ­βλή­μα­τα τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας καὶ γε­νι­κό­τε­ρά τῆς κοι­νω­νί­ας μας.
 Ἐ­πι­λέ­ξα­με ὡς πρῶ­το μά­θη­μα ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ, δι­ό­τι εἶ­ναι ἕ­να θέ­μα ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐ­πί­και­ρο, σπου­δαῖ­ο καὶ βα­σι­κό. Συλ­λέ­ξα­με, ἀπ’ ὅ­λα τὰ ἔρ­γα τοῦ Ι.Χ., μι­κρὲς πε­ρι­κο­πὲς καὶ χω­ρί­α, στὰ ὁ­ποῖ­α ὁ Ἱ­ε­ρὸς Πα­τὴρ το­νί­ζει τὸ με­γα­λεῖ­ο τῆς ΑΓΑΠΗΣ καὶ μὲ λό­γο πρα­κτι­κὸ καὶ ἁ­πλό μᾶς κα­θο­δη­γεῖ στὸν δρό­μο αὐ­τῆς τῆς με­γά­λης ἀ­ρε­τῆς.

                         ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ (τοῦ  Ἱ. Χρυ­σο­στό­μου)2 .      
Α΄ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ

    Εἶ­ναι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀπ’ ὅ­λες τὶς ἀ­ρε­τές. Πη­γὴ ἀ­πεί­ρων ἀ­γα­θῶν. Ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ τὰ θαύ­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ θαυ­μα­τουρ­γεῖν. Πη­γὴ γεν­ναι­ό­τη­τας, ἀν­δρεί­ας καὶ χα­ρᾶς.  Φέρ­νει εἰ­ρή­νη καὶ ὁ­μό­νοι­α.  Ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴν παρ­θε­νί­α. Χω­ρὶς πό­λε­μο καὶ μά­χες στή­νει τρό­παι­α.  Συν­θέ­τει καὶ σφίγ­γει τὴ ζω­ή μας. Εἶ­ναι τὸ κρι­τή­ρι­ο γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας (κα­τὰ τὴν Β΄ Πα­ρου­σί­α) καὶ μᾶς χα­ρί­ζει τὸν Οὐ­ρα­νό.
     Ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ δι­α­κο­νί­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο προ­σφι­λεῖς στὸ Θε­ό. Σῳ­ζό­μα­στε ὅ­λοι προ­παν­τὸς μὲ τὴν ἀ­γά­πη. Ἀ­να­παύ­ει τὶς τα­ραγ­μέ­νες ψυ­χές. Με­τα­βά­λλει τὴ ζω­ή μας σὲ πα­ρά­δει­σο.   Εἶ­ναι καρ­πὸς τοῦ Ἁγ. Πνεύ­μα­τος. Δὲν τὴν δι­α­κό­πτει ὁ θά­να­τος. Νι­κά­ει τὰ πάν­τα. Ἀ­κό­μη καὶ τὶς δο­κι­μα­σί­ες. Ὅ­ποιος ἀ­γα­πᾷ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ μι­σεῖ.

Β’  Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.
     Οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες (καὶ ὅ­λοι οἱ ἄ­θε­οι) θαυ­μά­ζουν ὅ­ταν σὲ δοῦν νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι μὲ τρό­πο πρᾶ­ο καὶ ἥ­με­ρο καὶ γλυ­κό. Ὅ­ποιος ἀ­γα­πι­έ­ται εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ μι­σεῖ. Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι τὸ φάρ­μα­κο τῶν ψυ­χι­κῶν μας τραυ­μά­των καὶ θε­ρα­πεύ­ει τὴν ψυ­χή. Ἡ ἀ­γά­πη κά­νει τὰ μο­να­χι­κὰ ἄ­το­μα δυ­να­τά, δι­ό­τι τὰ φέρ­νει σὲ στε­νὴ ψυ­χι­κὴ ἐ­πα­φὴ μὲ ἄλ­λα ἄ­το­μα, ἀ­παλ­λάσ­σον­τάς τα ἔ­τσι ἀ­πὸ τὸ μαρ­τύ­ρι­ο τῆς μο­να­ξιᾶς.
     Οἱ γο­νεῖς νὰ προ­τρέ­πουν τὰ παι­διὰ τους ν’ ἀ­γα­ποῦν σὰν ἀ­δελ­φοὺς τοὺς ὑ­πη­ρέ­τες ποὺ ἔ­χουν τὴν ἴ­δια μὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση (τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ἔ­λε­γε αὐ­τὰ ὁ Ἅ­γι­ος ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἡ δου­λεί­α). Ἡ ἀ­γά­πη κά­νει τὸν θρα­σὺ ὑ­πο­χω­ρη­τι­κὸ καὶ τὸν αὐ­θά­δη συ­νε­τό, ἀ­κό­μη κι ἂν εἶ­ναι κα­νεὶς ἀ­γρι­ό­τε­ρος ἀ­πὸ τὰ θη­ρί­α (βλέ­πε τοὺς δη­μί­ους τῶν ἁ­γί­ων μαρ­τύ­ρων). Μὲ τὴν ἀ­γά­πη γί­νε­ται ἡ­με­ρό­τε­ρος καὶ ἀ­πὸ τὸ πρό­βα­το. Ἡ ἀ­γά­πη ἐμ­πνέ­ει αἰ­σθή­μα­τα ἀλ­τρου­ι­σμοῦ καὶ ὁ­δη­γεῖ σὲ ἔρ­γα  κοι­νω­νι­κῆς προ­νοί­ας καὶ αὐ­το­θυ­σί­ας.
      Ἡ ἀ­γά­πη κα­τορ­θώ­νει τὰ πάν­τα. Ἐ­ξα­φα­νί­ζει ὅ­λα τὰ κα­κὰ καὶ τὰ πά­θη. Ἀ­να­δει­κνύ­ει τοὺς ἀν­θρώ­πους ἁ­γί­ους. Εἶ­ναι τὸ κύ­ρι­ο γνώ­ρι­σμα τοῦ παι­δα­γω­γοῦ, τῶν δού­λων τοῦ Θε­οῦ καὶ τῶν μα­θη­τῶν τοῦ Χρι­στοῦ (Ἳω. Ιγ΄35). Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ δα­σκά­λου (τοῦ γο­νιοῦ, τοῦ συ­ζύ­γου κ.α.) συγ­κι­νεῖ τοὺς μα­θη­τὲς (παι­διά, συ­ζύ­γους κ.α.) καὶ τοὺς δι­α­θέ­τει εὐ­νο­ϊ­κὰ πρὸς τὸ πρό­σω­πο τοῦ δα­σκά­λου τους (τοῦ γο­νιοῦ κ.α.). Γι’ αὐ­τὸ καὶ εἶ­ναι ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τε­ρη ἀ­ρε­τὴ γιὰ τὸ δά­σκα­λο. Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι τὸ μυ­στι­κὸ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας κά­θε παι­δα­γω­γοῦ στὸ ἔρ­γο του. Μό­νο το κλει­δὶ τῆς ἀ­γά­πης μπο­ρεῖ ν’ ἀ­νοί­ξει τὶς κλει­στὲς καρ­διὲς τῶν μα­θη­τῶν (τῶν παι­διῶν, τῶν ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νων κ.α.).
       Ἡ ἀ­γά­πη ἑ­νώ­νει ὅ­σους ἀ­νή­κουν σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ τά­ξη (πλου­σί­ους καὶ φτω­χούς, ἔ­ξυ­πνους καὶ κου­τούς, κα­λοὺς καὶ κα­κούς, χω­ρὶς νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι ἀ­γα­πᾷ κα­νεὶς τὸ κα­κὸ). Ὁ χρι­στια­νὸς ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἀλ­λὰ ἀ­γα­πᾷ καὶ θε­ρα­πεύ­ει τοὺς κα­κούς. Ἡ ἀ­γά­πη συγ­κι­νεῖ καὶ τὶς πέ­τρι­νες καρ­διές.  Ἐμ­πνευ­στῆς τῆς ἀ­γά­πης εἶ­ναι ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ, ἡ σταυ­ρω­μέ­νη ἀ­γά­πη, δι­ό­τι Αὐ­τὸς βί­ω­σε τὴν ἀ­γά­πη στὴν πλη­ρό­τη­τά της καὶ σ’ ὅ­λο το με­γα­λεῖ­ο της


Γ΄ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

    Δι­η­γεῖ­ται συ­νε­χῶς τὶς εὐ­ερ­γε­σί­ες ποὺ δέ­χε­ται. Πά­σχει γιὰ χά­ρη αὐ­τῶν ποὺ ἀ­γα­πᾷ. Αὐ­τὸς ὁ πό­νος γιὰ τοὺς δο­κι­μα­ζο­μέ­νους εὐ­φραί­νει τὸ Θε­ό. Ἀ­γρυ­πνεῖ γιὰ τοὺς ἄλ­λους. Προ­τι­μᾷ νὰ δι­α­τάσ­σε­ται, πα­ρὰ νὰ δι­α­τάσ­σει. Προ­τι­μᾷ νὰ εὐ­ερ­γε­τεῖ, πα­ρὰ νὰ εὐ­ερ­γε­τεῖ­ται. Κά­νει ὅ,­τι ἀ­ρέ­σει στὸν ἀ­γα­πώ­με­νο. Εἶ­ναι αὐ­το­θυ­σι­α­στι­κή. Δὲν ἀ­πελ­πί­ζε­ται πο­τὲ γιὰ τὴν δι­όρ­θω­ση ἀ­κό­μη καὶ τοῦ δι­ε­φθαρ­μέ­νου (πε­ρι­μέ­νει μὲ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ προ­σευ­χὴ τὴν δι­όρ­θω­ση).
     Κα­τορ­θώ­νει με­γά­λα ἔρ­γα μέ­σα σὲ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα (ἀ­νοί­γει δρό­μους, γκρε­μί­ζει ἐμ­πό­δι­α, κά­νει θαύ­μα­τα). Δὲν τὴν ἐμ­πο­δί­ζουν, οὔ­τε τὴν μει­ώ­νουν ἡ ἀ­πό­στα­ση, ἡ πά­ρο­δος τοῦ χρό­νου, οἱ πει­ρα­σμοὶ καὶ οἱ δύ­σκο­λες πε­ρι­στά­σεις (εἶ­ναι στα­θε­ρὴ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κή). Δὲν δι­α­φεύ­γει τὴν προ­σο­χὴ (εἶ­ναι φῶς καὶ τὴ βλέ­πουν ὅ­λοι). Δι­α­κρί­νε­ται γιὰ τὴν παρ­ρη­σί­α της (τὸ θάρ­ρος της). Δὲν ἀν­τέ­χει τὸ χω­ρι­σμὸ καὶ δὲν τὴν ἀ­πο­μα­κρύ­νει κα­νεὶς ἀ­πὸ τὸ ἀ­γα­πώ­με­νο πρό­σω­πο, ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο δέ­χε­ται ἀ­κό­μη καὶ τι­μω­ρί­α (βλέ­πε τι­μω­ρί­α δα­σκά­λου, γο­νέ­α, πνευ­μα­τι­κοῦ κ.α.).  Ὅ­ποιος ἀ­γα­πά­ει δὲν συ­νει­σφέ­ρει πο­τὲ λι­γό­τε­ρο ἀπ’ ὅ­σο μπο­ρεῖ. Ὅ­ποιος ἀ­γα­πά­ει, κλαί­ει γιὰ κεί­νους ποὺ ἁ­μαρ­τά­νουν.

Δ΄ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

      Εἶ­ναι ἔμ­φυ­τη, τα­πει­νή, ἀ­κού­ρα­στη, γεν­ναι­ό­δω­ρη. Δὲν ζη­τεῖ τὸ συμ­φέ­ρον της, ἀλ­λὰ τὸ συμ­φέ­ρον τῶν ἄλ­λων. Φαν­τά­ζε­ται τοὺς ἀ­πον­τες, ποῦ ἀ­γα­πά­ει, ὡς πα­ρόν­τες. Αἰχ­μα­λω­τί­ζει αὐ­τοὺς ποῦ συ­να­να­στρέ­φε­ται.
Εὐ­ερ­γε­τεῖ, κι ὅ­ταν δὲν πε­ρι­μέ­νει τί­πο­τε ἀ­πὸ τὸν εὐ­ερ­γε­τού­με­νο. Δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὰ λό­για, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἔμ­πρα­κτη.

Ε΄ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΑΓΑΠΗΣ.

    Ἐκ­δη­λώ­νε­ται ὡς προ­σω­πι­κὴ προ­σφο­ρὰ καὶ κοι­νω­νι­κὴ πρό­νοι­α. Συμ­με­τέ­χει στὴ θλί­ψη καὶ στὴ δο­κι­μα­σί­α τοῦ πλη­σί­ον. Ἐ­πεμ­βαί­νει ἄ­με­σα στὶς ἀ­νάγ­κες τοῦ πλη­σί­ον. Ἐ­λέγ­χει ἐ­κεί­νους ποῦ ἀ­γα­πᾷ (ὅ­πως καὶ ὁ Θε­ός). Ἐ­παι­νεῖ γιὰ νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νει τὴν συ­νέ­χι­ση τῆς κα­λῆς προ­σπά­θει­ας. Ἐκ­δη­λώ­νε­ται ὡς ψυ­χι­κὴ ἐ­πα­φὴ (ὄ­χι ἐ­πι­φα­νει­α­κὴ) ποὺ εἶ­ναι ἡ βά­ση τῆς ἀ­γω­γῆς. Ἐκ­δη­λώ­νε­ται ὡς συμ­με­το­χὴ στὸν πό­νο ἐ­κεί­νων ποὺ τὴν ἀ­δι­κοῦν καὶ τὴν βλά­πτουν.  Βο­η­θᾷ τοὺς πα­ρα­στρα­τη­μέ­νους γιὰ νὰ δι­ορ­θω­θοῦν (μὲ δι­ά­κρι­ση καὶ προ­σευ­χή).  Ὁ δά­σκα­λος (ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ὁ σύ­ζυ­γος κ.α.) πεν­θεῖ γιὰ τὶς πα­ρε­κτρο­πὲς τῶν μα­θη­τῶν τοῦ (τῶν παι­διῶν κ.λ.π.). Ἀγ­κα­λιά­ζει τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ ποῦ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ με­τά­νοι­α.  Δεί­χνει ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὰ ἀ­δι­ά­φο­ρα μέ­λη τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Δα­κρύ­ζει καὶ φρον­τί­ζει γιὰ κεί­νους ποὺ πί­πτουν καὶ κιν­δυ­νεύ­ουν.

ΣΤ΄ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

      Ἡ ἀ­γά­πη κά­νει τὴν ψυ­χὴ πι­ὸ εὐ­ρύ­χω­ρη ἀ­πὸ τὸν Οὐ­ρα­νὸ, ὥ­στε νὰ χω­ρά­ει τοὺς πάν­τες, χω­ρὶς δι­α­κρί­σεις. Ἡ χρι­στια­νι­κὴ ἀ­γά­πη δὲν εἶ­ναι στε­νό­καρ­δη, ἀλ­λὰ ἀγ­κα­λιά­ζει τοὺς πάν­τες μὲ στορ­γή. Δὲν πρέ­πει νὰ μει­ώ­νε­ται κα­θό­λου ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ συμ­πά­θει­ά μας πρὸς τοὺς ἀν­θρώ­πους ποῦ βρί­σκον­ται ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ μᾶς πλη­γώ­νουν. Θὰ κά­νου­με δι­ά­λο­γο μ’ αὐ­τοὺς ἀρ­κεῖ νὰ δέ­χον­ται τὸ δι­ά­λο­γο. Ν’ ἁ­πλώ­νου­με χέ­ρι βο­η­θεί­ας καὶ στὸν κο­σμι­κὸ ἄν­θρω­πο ποῦ βρί­σκε­ται σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση, για­τί εἶ­ναι ἀ­δελ­φός μας καὶ ἅ­γι­ος στὴ ζω­ὴ (δυ­νά­μει εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἅ­γι­οι, ἀ­φοῦ ἔ­χου­με, ὡς εἰ­κό­νες Θε­οί, νὰ γί­νου­με ἅ­γι­οι). Ἡ ἀ­γά­πη ἀγ­κα­λιά­ζει κι ἐ­κεί­νους ποῦ ἔ­χουν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ κον­τά μας. Εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τη ἡ σω­τη­ρί­α μας, ἂν δὲν φρον­τί­σου­με γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ πλη­σί­ον μας.

 Ζ΄ ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΕΝΟΥΣ.
                                                                                                            
     Ὅ­ταν πο­νοῦ­με, θλι­βό­μα­στε καὶ θρη­νοῦ­με γιὰ τὸ κα­τάν­τη­μα τῶν κα­κῶν καὶ πα­ρα­στρα­τη­μέ­νων ὑ­πάρ­χουν ἐλ­πί­δες νὰ με­τα­νο­ή­σουν καὶ νὰ συ­νέλ­θουν. Νὰ προ­λα­βαί­νου­με τὶς πτώ­σεις τῶν ἀ­δελ­φῶν μας κι ἂν πέ­σουν νὰ σπεύ­δου­με νὰ τοὺς ση­κώ­σου­με. Νὰ δί­νου­με χέ­ρι βο­η­θεί­ας στὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ ποὺ πα­ρα­με­λεῖ τὴ σω­τη­ρί­α του. Νὰ  φρον­τί­ζου­με γιὰ τὰ δι­ε­στραμ­μέ­να καὶ ἄρ­ρω­στα μέ­λη τοῦ Σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, νὰ τὰ δι­ορ­θώ­νου­με καὶ νὰ τὰ θεραπεύουμε.  Όσο κι αν φαί­νον­ται ἀ­θε­ρά­πευ­τα ἄρ­ρω­στοι,  ἐ­μεῖς νὰ συ­νε­χί­ζου­με τὴν θε­ρα­πεί­α. Νὰ μὴν ἐκ­θέ­του­με τοὺς κα­κούς, ἀλ­λά, ὅ­σο εἶ­ναι δυ­να­τό, νὰ τοὺς κα­λύ­πτου­με (νὰ μὴν φα­νε­ρώ­νου­με τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τά τους, νὰ μὴν τοὺς κα­τα­κρί­νου­με κ.λ.π.).
     Οἱ ἀ­τε­λεῖς καὶ ἀ­δύ­να­μοι ἔ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ με­γα­λύ­τε­ρη φρον­τί­δα. Οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ ὁ­δη­γοὶ (πνευ­μα­τι­κοὶ πα­τέ­ρες, δά­σκα­λοι, γο­νεῖς κ.α.) πρέ­πει νὰ συμ­πά­σχουν μα­ζὶ μ’ αὐ­τοὺς ποὺ ἁ­μαρ­τά­νουν.  Νὰ πεν­θοῦ­με γιὰ τὰ ψυ­χι­κὰ τραύ­μα­τα τῶν συ­ναν­θρώ­πων μας, ἀ­φοῦ εἶ­ναι μέ­λη τοῦ ἰ­δί­ου σώ­μα­τος. Τὸ κε­φά­λι δὲν ἀ­δι­α­φο­ρεῖ πο­τὲ γιὰ τὸ τραυ­μα­τι­σμέ­νο πό­δι. Σ’ ἐ­κεί­νους ποῦ με­τα­νο­οῦν νὰ παί­ζου­με τὸ ρό­λο τοῦ πα­τέ­ρα (τῆς πα­ρα­βο­λῆς τοῦ ἀ­σώ­του υἱ­οῦ) καὶ ὄ­χι τὸ ρό­λο τοῦ δι­κα­στῆ. Ν’ ἁ­πλώ­νου­με τὸ δί­χτυ τῆς ἀ­γά­πης καὶ νὰ ρί­χνου­με τὸ γλυ­κὸ ἀγ­κί­στρι τῆς συμ­πά­θει­ας γιὰ νὰ ἀ­να­σύ­ρου­με ἀ­πὸ τὸ βά­θος τῆς κα­τα­στρο­φῆς αὐ­τοὺς ποὺ πα­ρα­σύρ­θη­καν. Ὁ Χρι­στὸς ἄ­φη­σε τὴν πόρ­νη νὰ ἀ­σπα­σθεῖ τὰ πό­δια Του καὶ νὰ τὰ σπογ­γί­σει μὲ τὰ μαλ­λιά της. Νὰ μι­σοῦ­με τὴν κα­κί­α, ἀλ­λὰ νὰ ἀ­γα­ποῦ­με τοὺς κα­κοὺς.

 Η΄ Η ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ.

     Μι­μεῖ­ται τὸ Θε­ὸ ἐ­κεῖ­νος ποῦ εὐ­ερ­γε­τεῖ τοὺς ἐ­χθρούς του, ἔ­στω κι ἂν μέ­νουν ἀ­δι­όρ­θω­τοι. Καὶ ὁ Θε­ὸς τὸ ἴ­διο κά­νει. Ἀ­να­τέλ­λει τὸν ζω­ο­γό­νο ἥ­λι­ο Του καὶ γιὰ τοὺς πο­νη­ροὺς καὶ γιὰ τοὺς ἀ­γα­θοὺς καὶ στέλ­νει τὴ βρο­χή Του στὰ χω­ρά­φια καὶ τῶν δι­καί­ων καὶ τῶν ἀ­δί­κων. Ἐ­κεῖ­νοι ποῦ μᾶς ἀ­δι­κοῦν εἶ­ναι ἄρ­ρω­στοι καὶ πρέ­πει νὰ τοὺς ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με μὲ ἀ­γά­πη καὶ συμ­πά­θει­α, ὅ­πως τοὺς ἀρ­ρώ­στους ποὺ δὲν συ­νερ­γά­ζον­ται πο­τέ.
     Νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με τοὺς ἐ­χθρούς μας ὡς εὐ­ερ­γέ­τες, για­τί μᾶς βο­η­θοῦν στὴν κά­θαρ­ση τῆς ψυ­χῆς μας καὶ στὴν ἀ­πο­δο­χὴ τῶν προ­σευ­χῶν μας ἀ­πὸ τὸ Θε­ό. Ὅ­ποιος ἔ­φθα­σε σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο,  στὴν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ θὰ χο­ρεύ­ει μὲ τοὺς μάρ­τυ­ρες καὶ θὰ ἔ­χει μπρο­στὰ στὸ Θε­ὸ τὴν παρ­ρη­σί­α τῶν ἀγ­γέ­λων.  Ὅ­ταν ἀ­γα­ποῦ­με τοὺς ἐ­χθρούς μας καὶ τοὺς εὐ­ερ­γε­τοῦ­με, οὐ­σι­α­στι­κά, ἐ­λε­οῦ­με τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ. Καὶ οἱ κα­κοὶ εἶ­ναι μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός μας.

 Θ΄ Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ.

     Δὲν πρέ­πει νὰ μι­σοῦ­με τοὺς αἱ­ρε­τι­κούς, ἀλ­λὰ προ­σπα­θοῦ­με νὰ τοὺς πεί­σου­με νὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ὁ λό­γος μας ὡς ὅ­πλο στὸ δι­ά­λο­γο μὲ τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς δὲν κτυ­πά­ει γιὰ νὰ τοὺς ρί­ξει κά­τω, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ τοὺς σώ­σει. Θὰ τοὺς συμ­βου­λεύ­σου­με μὲ ἀ­γά­πη πρώ­τη καὶ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ (Τίτ. Γ΄10) κι ἂν ἐμ­μέ­νουν στὴν πλά­νη θὰ τοὺς ἐγ­κα­τα­λεί­ψου­με μὲ λύ­πη καὶ προ­σευ­χή. Ὁ φα­να­τι­σμὸς καὶ ἡ μι­σαλ­λο­δο­ξί­α εἶ­ναι ξέ­να πρὸς τὸν χρι­στι­α­νι­σμό. Εἴ­μα­στε κον­τὰ στοὺς ἄλ­λους καὶ τοὺς εὐ­ερ­γε­τοῦ­με ὅ­λους, ἀλ­λὰ ὅ­ταν ὅ­μως δι­α­φω­νοῦν μα­ζί μας, στὶς ἀ­λή­θει­ες τῆς πί­στε­ως, νὰ τοὺς θε­ω­ροῦ­με ξέ­νους καὶ βαρ­βά­ρους. (Ἄ­ρα, μπο­ροῦ­με νὰ ἔ­χου­με φι­λί­ες καὶ συ­να­να­στρο­φὲς μὲ τοὺς αἱ­ρε­τι­κούς; Ἀ­σφα­λῶς, ὄ­χι). Ἄν­θρω­πος ἀ­λη­θι­νὸς εἶ­ναι μό­νο ἐ­κεῖ­νος ποὺ πι­στεύ­ει μὲ ἀ­κρί­βει­α τὰ δόγ­μα­τα τῆς πί­στε­ως.

 Ι΄  Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ.

    Ὁ πα­τέ­ρας, κι ὅ­ταν ἀ­κό­μη ἀ­πει­λεῖ ὅ­τι θὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὰ ἄ­τα­κτα παι­διά του, δὲν τὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πει, ἀλ­λὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ σω­φρο­νι­σθοῦν. Οἱ πα­τέ­ρες εἶ­ναι συγ­κα­τα­βα­τι­κοὶ στὶς ἀ­δυ­να­μί­ες τῶν παι­διῶν τους, ἐ­πι­μέ­νουν στὴ δι­όρ­θω­σή τους καὶ σκε­πά­ζουν τὶς ἐ­πο­νεί­δι­στες πρά­ξεις τους. Οἱ πα­τέ­ρες λιώ­νουν, ὅ­ταν βλέ­πουν τὰ παι­διά τους νὰ ἀ­τα­κτοῦν ἢ νὰ ὑ­πο­φέ­ρουν, καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο πρέ­πει συγ­χω­ρη­τι­κοί.

 ΙΑ΄ Η ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ.

      Ἡ μη­τέ­ρα εἶ­ναι ὑ­πό­δειγ­μα αὐ­το­θυ­σι­α­στι­κὴς ἀ­γά­πης.  Ἂν μπο­ροῦ­σε, θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση τοῦ ἄρ­ρω­στου παι­διοῦ τῆς (Ἀ­σφα­λῶς, πρό­κει­ται γιὰ τὴν χρι­στια­νὴ μη­τέ­ρα. Σή­με­ρα, πολ­λὲς μη­τέ­ρες ἀ­με­λοῦν γιὰ τὴν ψυ­χι­κὴ ὑ­γεί­α τῶν παι­διῶν τους, τὰ σκαν­δα­λί­ζουν καὶ τὰ σκο­τώ­νουν μὲ τὶς ἐ­κτρώ­σεις). Εἶ­ναι φό­νισ­σες οἱ μη­τέ­ρες ποῦ ἀ­πὸ νο­ση­ρὴ ἀ­γά­πη θέ­λουν νὰ κρα­τοῦν τὰ παι­διὰ κον­τά τους, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν τὸ συμ­φέ­ρον τους ἀ­παι­τεῖ (γά­μος κ.λ.π.) τὴν ἀ­πο­δέ­σμευ­σή τους ἀ­πὸ αὐ­τές. Ἡ γε­μά­τη ἀ­πὸ ἀ­λη­θι­νὴ στορ­γὴ μη­τέ­ρα ἀ­πο­μα­κρύ­νει τὸ παι­δί της ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, ὅ­ταν τὸ κα­θῆ­κον τὸ κα­λεῖ, καὶ ὑ­πο­μέ­νει τὸν ἀ­πο­χω­ρι­σμό.

 ΙΒ΄ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΠΟΙΝΕΣ.

    Νὰ εἴ­μα­στε πρό­θυ­μοι πε­ρισ­σό­τε­ρο νὰ εὐ­ερ­γε­τοῦ­με, καὶ λι­γό­τε­ρο νὰ τι­μω­ροῦ­με. Ἂν ὅ­λοι ἀ­γα­ποῦ­σαν καὶ ἀ­γα­πι­όν­του­σαν, θὰ ἦ­ταν ἄ­γνω­στο ἀκόμη καὶ τὸ ὄ­νο­μα τῆς κα­κί­ας καὶ δὲ θὰ χρει­ά­ζον­ταν οἱ νό­μοι, δι­κα­στή­ρι­α καὶ τι­μω­ρί­ες. Καὶ ἡ τι­μω­ρί­α, ὅ­ταν ἔ­χει κί­νη­τρο τὴν ἀ­γά­πη, εἶ­ναι ὠ­φέ­λι­μη (εἶ­δος εὐ­ερ­γε­σί­ας).

 ΙΓ΄ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗ.

     Οἱ γο­νεῖς θὰ ἀ­γα­ποῦν τὰ παι­διὰ μὲ μέ­τρο καὶ δὲ θὰ δι­στά­ζουν   νὰ τὰ δι­ορ­θώ­σουν. Οἱ γο­νεῖς ποῦ ἔ­χουν ἄ­τα­κτα παι­διά, δὲν τοὺς κά­νουν αὐ­στη­ρὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις, γιὰ νὰ μὴν ἐ­ξο­κεί­λουν σὲ με­γα­λύ­τε­ρη κα­κί­α.

 ΙΔ΄ Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

    Δὲν πρέ­πει νὰ εἴ­μα­στε φι­λό­στορ­γοι, πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζου­με καὶ τὴν τέ­χνη τῆς ἀ­γά­πης, πῶς δη­λα­δὴ θὰ με­τα­χει­ρι­ζό­μα­στε τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους μας. Ἡ ἀ­γά­πη πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ κρι­τή­ρι­ο τῆς ἀ­γω­γῆς. Ἡ συμ­βου­λὴ πρέ­πει νὰ δί­νε­ται μὲ ἀ­γά­πη, για­τί μό­νον τό­τε θὰ φέ­ρει καρ­πούς. Ὅ­ποιος συμ­βου­λεύ­ει μὲ χο­λή, ὀρ­γὴ καὶ φορ­τι­κό­τη­τα, δὲν ὑ­πη­ρε­τεῖ τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ τὸ διά­βο­λο. Ἡ ἀ­μοι­βαί­α ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α, ἀλ­λὰ καὶ εὔ­κο­λη καὶ εὐ­χά­ρι­στη (ἡ μο­νό­πλευ­ρη ἀ­γά­πη ἔ­χει πολ­λὲς δυ­σκο­λί­ες καὶ εἶ­ναι σταυ­ρός).

 ΙΕ΄ Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

    Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι σπά­νι­α καὶ κιν­δυ­νεύ­ει νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ( σή­με­ρα ). Τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ἡ δι­αί­ρε­ση με­τα­ξύ των ἀν­θρώ­πων (σχί­σμα­τα, δι­α­ζύ­γι­α κ.λ.π.). Ἡ ἔλ­λει­ψή της ὁ­δη­γεῖ στὴν ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ἡ πε­ρι­φρό­νη­ση τῆς φι­λί­ας καὶ τῆς ἀ­γά­πης μα­στί­ζει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος. Αἰ­τί­α ὅ­λων τῶν κα­κῶν εἶ­ναι ἡ ἔλ­λει­ψη τῆς ἀ­γά­πης.  Ἂν δὲν ἀ­πο­κτή­σου­με τὴν τέ­λει­α ἀ­γά­πη, δὲν μᾶς σῴ­ζει οὔ­τε ἡ ἀ­κτη­μο­σύ­νη, οὔ­τε τὸ μαρ­τύ­ρι­ο. Ἐ­κεῖ­νος ποῦ δὲν ἔ­χει στὴ ψυ­χὴ του ἀ­γά­πη, μοιά­ζει μὲ τοὺς νε­κροὺς καὶ ἀ­ναί­σθη­τους … ἀλ­λὰ εἶ­ναι καὶ ἀ­πο­κρου­στι­κὸς καὶ κου­ρα­στι­κὸς (σκε­φθεῖ­τε νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ αὐ­τὸ μέ­σα στὴν οἰ­κο­γέ­νει­α κ.α. ).
     Δὲν ὑ­πάρ­χει πι­ὸ ἄ­χρη­στος ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον ποῦ δὲν ξέ­ρει νὰ ἀ­γα­πά­ει. Ἡ ἀ­γά­πη συ­νή­θως εἶ­ναι ἰ­δι­ο­τε­λής. Ἀ­γα­ποῦ­με ἐ­κεί­νους ἀ­πὸ τοὺς ὁ­ποί­ους κά­τι πε­ρι­μέ­νου­με. Τί­πο­τε δὲν ἐ­ξορ­γί­ζει τὸ Θε­ό, ὅ­σο ἡ ἀ­σπλα­χνί­α. Ὅ­λα τὰ κα­τορ­θώ­μα­τα, χω­ρὶς τὴν ἀ­γά­πη, εἶ­ναι μά­ται­α. Ἡ γνώ­ση χω­ρὶς ἀ­γά­πη. Ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­λα­ζο­νεί­α, στὶς δι­αι­ρέ­σεις καὶ στὰ σχί­σμα­τα. 
 1.  (ΠΡΩΤΟΠΡ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΠΑΤΑΚΑ, ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΓΟΝΕΩΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΟΛΟΥ.
2.    2.    ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΤΡΑΤΟΜΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ  ΧΑΡΩΝΗ :  «ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΊΑ ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ». ΑΘΗΝΑ 1996,  ΤΟΜΟΣ Α΄.



▣ Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook: ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου