menu

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Ἡ φυλακὴ εἶναι τὸ μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο τῆς ζωῆς

12.  ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ (συνέχεια)
φυλακ εναι τ μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο τς ζως. Εδα πολλά, μαθα πολλ κα βίωσα λες τς δυνηρς κα τραγικς στιγμς τν νθρώπων. Εδα μιζέρια, πόνο, δυστυχία, κακομοιριά, μνησικακίες, συμμορίες, ταπείνωση, ξευτελισμό, συμφορές, δολοφόνους, μπόρους ναρκωτικν, τρομοκράτες, κλεφτρόνια, ρρωστα κορμιά, δικίες κι λα τ ραα νθη πο στολίζουν ατ τν κοινωνία. Κι ατ πο πονάει περισσότερο εναι καταστροφή. Σο γκρεμίζουν τ οκοδόμημά σου, δν πάρχει κολόνα ν στηριχθες οτε θεμέλια· σκαλίζεις τ χμα μ τ χέρια σου μέχρι ν βρες τ ρίζα, ν νιώσεις μία σταγόνα δροσις π τν ξεχασμένη ζω πο φησες πίσω σου, τ ζω το ξαναγκασμο π τν δυσώπητη κι πρόσωπη μοίρα σου.
ρα μία τ μεσημέρι κι χουμε φτάσει στ φυλακή. Μόλις κατέβηκα π τν κλούβα, νας τυφλς θυμς σφιγγε τ στήθη μου. Θυμς γι τν αυτό μου; Θυμς γι τν ξουσία; Θυμς γι τν ταλαιπωρία μου; Οτε κι γ ξέρω. ταν νας καθόριστος θυμός. Τ σημάδια τς ξάντλησης ταν μφαν στ πρόσωπό μου, ντούτοις εχα πλιστε μ ώβεια πομον κι ντοχ ν' ντέξω ατος τος πέντε μνες πο μο πόμειναν.
Δέχτηκα λες τς πώδυνες διαδικασίες, μίλητη ρούφηξα τ μύτη μου κι ξαφνα ξέσπασα σ' να νευρικ γέλιο μ δύο δάκρυα ν κυλον μέχρι τ χείλη μου τν ρα πο ξεβρακώνομαι.
-    Γελς κλας; Μ ρώτησε δεσμοφύλακας.
-    Κα τ δύο μαζί, μ μέτρητη χαρ γι τ καλύτερο βραβεο τς ξεφτίλας, τς πάντησα μ μία χροι ερωνείας.
-    Σ νιώθω, μ δυστυχς τσι λειτουργε φυλακή, γ τ δουλειά μου κάνω.
-    Δν χω κάποιο προσωπικ πρόβλημα μαζί σου μ' ατος τος θλιους τ χω. σύ!!! Τί ν κάνεις γι' ατούς, να μυρμηγκάκι εσαι πως κι γώ.
ταπείνωση κα ξεφτίλα τελείωσε, πρα τ σάκο μου κα μ γοργ βήματα μπκα στ χρο τς φυλακς γι ν φτάσω γρήγορα στν πτέρυγα ν δ τς γαπημένες μου φίλες.
- Θ κάνω τν καλύτερη κπληξη στν Κατερίνα; Θ τρελαθε π τν χαρά της; Σκέφτηκα θ χαρε, γιατί νώσαμε τς ψυχές μας στς δύσκολες συγκυρίες κι ναπτύχθηκε μία δελφικ σχέση μεταξύ μας. Πράγματι, μόλις μ εδε στν πόρτα το κελιο, πετάχτηκε ρθια κα μ' γκάλιασε σφιχτά.
- Καλοσώρισες, εχα τν ντύπωση πς θ ποφυλακιζόμουν κα δν θ σ βλεπα.
- Ν πο εμαι δ, κα περίπου στν διο μήνα θ ποφυλακιστομε μαζί. ποια κα ν βγε πρώτη, θ περιμένει τν λλη ν πμε βόλτα κι στερα σ' να μπρ ν πιομε, ν γίνουμε τύφλα στ μεθύσι. Ν περπατμε τρικλίζοντας τος δρόμους, ν χορέψουμε στ βροχ μέχρι ν γίνουμε μούσκεμα ς τ κόκκαλο. Θ καε τ πελεκούδι. Κουράγιο… Μν φήνουμε τ καράβι τώρα πο φτάνει στν στεριά.
Ατ τ στερι τν περιμένουμε σχεδν τέσσερα χρόνια, βλέπω τώρα τν μμουδι ν χρυσίζει π τν λιο, πο νατέλλει σιγ σιγά, χαμογελαστός, κα μο σιγοτραγουδάει ψιθυριστά: « Βγς κα προχώρα δυνατά, μν καβαλς τ φάντασμα, καβάλα τ ζωή, πιάσου γερ π τ κέρατα, μν πέσεις κι δήγησέ τη στν εδαιμονία τς ψυχς σου ». Τν ψυχή μας, πο εναι γεμάτη πληγς π τ πολλ βέλη πο μς πετάει αμοβόρα μοίρα μας, πο τ βαλε πεσμα ν μς ξοντώσει.
Κατερίνα ψησε καφ κα μο φάνηκε πς πρώτη φορ πινα καφέ. ταν πολαυστικός, παρέα μ τν καλή μου φίλη, πο χαίρομαι ν τν κούω ν συζητ διάφορα, μ τ μυαλό της στ νειρο τς λευθερίας…

Τὸ πρωὶ πάλι κακοτυχία, μὲ ξύπνησαν γιὰ ἔρευνα. Ἡ ψυχή μου ἀγκομαχοῦσε, κουράστηκε νὰ πληρώνει ἁμαρτίες.
« Θεέ μου!!! Μὴν μὲ ἐγκαταλείπεις τώρα ποὺ τὸ τρένο πλησιάζει στὴ στάση τῆς ζωῆς » ψιθύρισα ἀπελπισμένη.
Ἡ ἔρευνα ἔγινε ἐξαιτίας μίας τσιγγάνας, ποὺ ἡ ἔμπορος ναρκωτικῶν τῆς ἔδωσε ἀντὶ γιὰ ἡρωίνη στόκο… Στοκάρισε τὸ μυαλό της κι ἐπειγόντως τὴν πῆγαν στὸ νοσοκομεῖο σὲ κῶμα. Τέτοια φαινόμενα παρουσιάζονται τακτικά. Τὸ ἐμπόριο ναρκωτικῶν, οἱ ξυλοδαρμοί, οἱ συμμορίες, οἱ ἐκβιασμοί, οἱ συνωμοσίες, ἡ ξεφτίλα, οἱ ψυχικοὶ βιασμοὶ καὶ οἱ ἀπειλὲς εἶναι ἕνας καθημερινὸς ἐφιάλτης ποὺ ἐπιβιώνεις μαζί του, κοιμᾶσαι καὶ ξυπνᾶς μαζί του. Εἶναι μία ἐμμονὴ ποὺ ἔχει κατασταλάξει ὀδυνηρὰ μέσα μας. Φιγοῦρες τσαλακωμένες, βαλσαμωμένες μέσα στὸν πόνο, ποὺ ἔχει σκιτσάρει ἡ συμμορία πάνω στοὺς γκρίζους τοίχους ἑνὸς μαγικοῦ κόσμου τῶν φουκαράδων. Παντοῦ ὑπῆρχε μία λύπη, μία ὀργή, μία ἀγωνία, μία σκιὰ ποὺ μορφάζει σὰν μάσκα ζωντανὴ μὲ τρελὲς ἐκφράσεις.
Τὸ βράδυ οἱ ἀστραπὲς καὶ τὰ μπουμπουνητὰ σάρωναν μὲ τὴν ὀργή τους τὸν γκριζόμαυρο οὐρανό, ἄξαφνα σήκωσε ἀνεμοθύελλα. Ἀπὸ τὸ παράθυρο παρακολουθοῦσα ἕνα μικρὸ δεντράκι ποὺ ἦταν μέσα στὸ μικρὸ προαύλιο, νὰ τὸ δέρνει ἀλύπητα ὁ τυφώνας ποὺ σάρωνε τὰ πάντα στὸ πέρασμά του. Τὸ πρωὶ ξύπνησα μελαγχολική, μία ψυχὴ λησμονημένη καὶ μοναχή. Βαρέθηκα, κουράστηκα, στέγνωσε ἡ ψυχή μου, ξεράθηκε τὸ στόμα μου. Δὲν ἀντέχω ἄλλο, θέλω νὰ φύγω, νὰ φύγω ἀπὸ αὐτὴ τὴν κόλαση, ποὺ οἱ πύρινες φλόγες του ἔκαψαν ὅ,τι ὄμορφο ὑπῆρχε μέσα μου κι ἄφησε μόνο στάχτη, μία μυρωδιὰ καμένου, ποὺ σιγοκαίει ἀχόρταγα μέχρι νὰ μὲ λιώσει. Σηκώθηκα καὶ πῆγα ὡς τὸ παράθυρο μὲ τὴ σκέψη στὸ δεντράκι, πὼς τὸ εἶχε ξεριζώσει ἡ ἀνεμοθύελλα. Στάθηκα στὸ παράθυρο καὶ κοίταξα στὸ μικρὸ προαύλιο καὶ τότε εἶδα τὸ δεντράκι νὰ στέκεται καμαρωτό, κουνώντας τὰ φυλλαράκια του σὰν νὰ μοῦ ἔλεγε… Κοίτα!!! Ἐγὼ νίκησα τὸν τυφῶνα, ἐσύ….; Μπορεῖς, στάσου δυνατά, κρατήσου γερὰ καὶ θὰ νικήσεις τὶς μπόρες.
Τὸ δεντράκι ἦταν ἕνα αἰσιόδοξο μήνυμα, μετρίασε τὴν δυσπιστία μου καὶ μαλάκωσε κάπως τὸν πόνο τῆς ψυχῆς μου ν' ἀντέξω τώρα ποὺ φτάνω στὴ σοφίτα τῆς ζωῆς. Πόσες φορὲς τὸ ἔχω ὀνειρευτεῖ, ἀμέτρητες, ὅμως τὰ χρόνια τῆς ἀπόγνωσης καὶ τὰ μυστήρια δὲν μπορῶ νὰ τὰ ξεχάσω μὲ τίποτα, μὲ καμία ἐξήγηση, μὲ καμία μεταμέλεια.
Οἱ σκέψεις μου διακόπηκαν ἀπὸ τὴν χαρούμενη ἐμφάνιση τῆς Κατερίνας. Τὰ μάτια της λάμπουν σὰν μαργαριτάρια, κι ἕνα ἀστραφτερὸ χαμόγελο ἦταν ζωγραφισμένο στὰ χείλη της, αὐτὸ τὸ χαμόγελο ποὺ φανέρωνε τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς της.
-    Ὑπέγραψα… φεύγω φίλη μου… Θεέ μου!!! Σ' εὐχαριστῶ ποὺ μετὰ ἀπὸ δέκα ὁλόκληρα χρόνια θὰ δῶ τὴ μονάκριβη κόρη μου.
Χοροπηδοῦσε σὰν μικρὸ κοριτσάκι, ἡ χαρά της ἦταν ἀπερίγραπτη, χοροπηδοῦσα κι ἐγὼ μαζί της ἀπὸ χαρά, γιατί γνωρίζω ὅσο κανεὶς ἄλλος τὸν πόνο της καὶ θέλω νὰ φύγει ὅσο γίνεται πιὸ σύντομα γιὰ νὰ σφίξει στὴν ἀγκαλιά της τὸ παιδί της ποὺ ὁ πρώην ἄντρας της τὸ εἶχε πάρει μακριά της. Ὅλη νύχτα ἔμεινε ξάγρυπνη νὰ μονολογεῖ.
-    Πῶς θὰ εἶναι ἡ κόρη μου; Θὰ ἔχει μεγαλώσει; Τὴν ἄφησα δέκα χρόνων κοριτσάκι καὶ τώρα εἶναι γυναίκα. Ἄραγε, θὰ μὲ συγχωρέσει; Θὰ μὲ ἀγκαλιάσει μ' ἐκεῖνο τὸν μητρικὸ πόθο; Ἢ θὰ σταθεῖ ἀπέναντί μου σὰν μία ἄγνωστη.
-    Μὴ βασανίζεις τὸ μυαλό σου βρὲ Κατερίνα, ὅλα θὰ πᾶνε καλά, αὐτὸ ποὺ τώρα μετράει εἶναι ἡ ἐλευθερία σου.
Ἡ Κατερίνα ἔπλεε σὲ πελάγη εὐτυχίας, μὲ ὅ,τι αὐθόρμητο καὶ συναισθηματικὸ μποροῦσε νὰ νιώσει ἡ πληγωμένη ψυχούλα της. Τὰ ψυχικά μας τραύματα δὲν εἶναι ὁρατά, εἶναι ἀόρατα, δὲν φαίνονται, μόνο ἐμεῖς τὰ βλέπουμε ποὺ πλημμυρίζουν τὴν ψυχή μας μὲ ὀδύνη κι ἀπελπισία.

Δύσκολες ἐποχές, δύσκολη ἐπιβίωση, ἔμαθα καὶ εἶδα πολλά, εἶχα πιὰ σκληραγωγηθεῖ μὲ μία σχετικὴ πείρα ποὺ μ' ἔκανε δυνατή, τόσο δυνατὴ ποὺ ἡ αἴσθηση αὐτῆς τῆς δυναμικῆς ἀντοχῆς μὲ ξύπνησε ἀπὸ τὸν λήθαργο κι ἄρχισα νὰ παλέυω γιὰ τὴν μεγάλη ὑπέρμετρη δικαίωση. Δύσκολες οἱ φιλίες καὶ οἱ ἐπαφὲς μὲ τὶς συγκρατούμενες, πού, μὲ πράξεις ἀπελπισίας οἱ ὁποίες δὲν εἶχαν μέτρο καὶ ἠθική, προσπαθοῦσαν νὰ ἐπιβιώσουν. Τώρα, ὁ μεγάλος μου πόθος εἶναι νὰ ἀποφυλακιστῶ, ἡ κλεψύδρα μετράει ἀντίστροφα, νὰ βγῶ ἐπιτέλους ἀπὸ αὐτὸν τὸν βοῦρκο ποὺ βρίσκομαι, νὰ γλυτώσω, νὰ γεμίσουν τὰ πνευμόνια μου μὲ καθαρὸ ἀέρα καὶ νὰ δῶ τὴ ζωὴ μὲ μάτια καθάρια, χωρὶς τσίμπλες.
Σήμερα ἡ μέρα εἶναι πολὺ ὄμορφη, ὁ ἥλιος ζεστὸς καὶ ζέστανε τὴν ψυχή μου, ὑπογράφοντας τὴν αἴτηση ἀποφυλάκισης. Κόντευα νὰ σωριαστῶ ἀπὸ τὴν χαρά μου, ἡ αἴσθηση τῆς ἐλευθερίας σφύριζε συνεχῶς στ' αὐτιά μου σὰν ἐρωτικὴ μελωδία. Μέσα μου ὅμως ἀκούω μία ἄλλη φωνούλα ποὺ μ' ἔκανε νὰ συννεφιάσω.
-    Μὴν πανηγυρίζεις ἀκόμη, ἔχεις πρῶτα νὰ περάσεις ἀπὸ συμβούλιο δικαστῶν κι ἂν τὸ ἐγκρίνουν ἐκεῖνοι θὰ φύγεις. Ἂν ὅμως δὲν τοὺς ἀρέσει ἡ φάτσα σου, δὲν τὸ ἐγκρίνουν, καὶ παραμένεις μέσα ἀκόμη γιὰ δύο μῆνες.
-    Ὤ, ρὲ Παναγία μου, ἄλλο πάλι, ἄλλη ἀγωνία, ἄλλο ἄγχος, ἄλλη ξεφτίλα, νὰ σὲ σέρνουν στὰ δικαστήρια ἁλυσοδεμένη. Μασκαράδες, ὑποκριτές, λαμόγια, ἀλῆτες, ἀπάνθρωποι, ὅλοι περιφέρονται ἀνενόχλητοι, κρυμμένοι πίσω ἀπὸ τὴ μάσκα τῆς καλῆς κι ὡραίας κοινωνίας.
Ὑπομονή, λίγες ἡμέρες ἔμειναν, ἂς τὰ βάλω ὅλα στὸ πλυντήριο, νὰ ξεπλύνω τὴν βρωμιὰ ποὺ βρωμοκόπησε τὴν ψυχή μου, ὅπως καὶ τὴν ρετσινιὰ ποὺ κόλλησε πάνω μου σὰν ρετσίνι καὶ δὲν ξεκολλᾶ. Σήμερα εἶναι μέρα χαρᾶς, ἀποφυλακίζεται ἡ Κατερίνα μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια. Ὅλες οἱ συγκρατούμενες ἦταν ἔξω ἀπὸ τοὺς θαλάμους καὶ τὰ κελιά, ἀποχαιρετώντας τὴ φίλη ποὺ τόσα χρόνια μαζὶ πάλεψαν δίκαια γιὰ τὴν ἐπιβίωσή τους. Ἡ Κατερίνα μὲ ἀγκάλιασε συγκινημένη, μὲ τὴν ὑπόσχεση πὼς θὰ μείνουμε ἀδελφὲς καὶ θὰ μὲ περιμένει τὴν πρώτη μέρα ποὺ θὰ βγῶ νὰ συναντηθοῦμε, γιὰ νὰ κάνουμε αὐτὰ ποὺ μαζὶ ὀνειρευτήκαμε. Μοῦ ἄφησε τὸ σταθερὸ τῆς γιαγιᾶς της, ποὺ θὰ ἔμεινε μέχρι νὰ τελειώσει κάποια χαρτιὰ ποὺ χρειαζόταν, γιὰ νὰ φύγει στὸ ἐξωτερικὸ νὰ δεῖ τὸ παιδί της.... ΣΕΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Από το ομόνυμο βιβλίο της πρώην κρατουμένης Μ. Βολιώτη


▣ Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook: ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου