menu

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

Για τα 100 Χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή (Για τους μικρούς μας φίλους)

Η γιαγιά έσφιξε το μαντίλι της και το έδεσε πίσω από το κεφάλι της. Κοίταξε προσεκτικά, τα λευκά της μαλλάκια να είναι καλά σκεπασμένα. Πέρασε την καθαρή ποδιά από το λαιμό και την έδεσε πίσω στη μέση της. Μάζεψε τα μανίκια μέχρι τον αγκώνα και έπλυνε τα χέρια της με νερό που ζέσταινε πάνω στην ξυλόσομπα. Πήρε τη μεγάλη λεκάνη που την κρατούσε πάντα καθαρή και την σταύρωσε. Σ’ αυτήν έκανε μόνο τα πρόσφορα.  

Συγκέντρωσε πάνω στο τραπέζι όλα τα υλικά που χρειαζόταν αλεύρι δικό τους - από τα χωράφια τους που τα έσπερναν στάρι -νερό, λίγο αλατάκι, προζύμι και ξεκίνησε.  

Το θυμίαμα που καιγόταν στο θυμιατό που είχε από τη μάνα της, γέμιζε ευωδία όλο το σπίτι. Να, εκεί κάτω από την εικόνα της Παναγιάς της Δέσποινας  έκαιγε .... 

Θυμάται τη μάνα της που έκανε το ίδιο, μικρό παιδί την παρακολουθούσε να θυμιατίζει πρώτα όλο το σπίτι, να προσεύχεται και να φτιάχνει τα πρόσφορα. 

-Κοίτα να μάθεις κι εσύ Δροσούλα , της έλεγε, εγώ κάποια μέρα θα φύγω, να μην ξεχνάς ποτέ τα πρόσφορα είναι τα δώρα μας στο Θεό και είναι μεγάλη ευλογία. 

Κι αυτή μικρή τότε, άνοιγε ορθάνοιχτα τα ματάκια της να χωρέσουν όλο αυτό το μεγαλείο, αυτές τις θεϊκές στιγμές και την ουράνια ευωδία που την έκαναν να γίνεται ένα μικρό αγγελούδι και να πετάει. Πόσο όμορφα ήταν τότε...  

-Κύριε Ιησού Χριστέ... ψιθυρίζει η γιαγιά... και ζυμώνει ευλαβικά τα πρόσφορα.   

Αύριο κλείνουν εβδομήντα χρόνια στη νέα πατρίδα... Πότε πέρασαν τόσα χρόνια!  

Σαν χτες ήταν που ο πατέρας έφυγε το πρωί για το χωράφι. Πήρε μαζί του ψωμί, ντομάτα και τυρί και δυο κομμάτια γαλατόπιτα για να τον κρατήσουν ως το λιόγερμα. 

Εκείνη την ημέρα η Δροσούλα τον έβλεπε καθώς απομακρυνόταν με την τσάπα στην πλάτη και χανόταν στην στροφή του δρόμου. Δεν πέρασαν λίγες ώρες και τον είδαν να έρχεται τρέχοντας μαζί με τους άλλους χωριανούς που δούλευαν στα χωράφια. 

- Μάζεψε τα παιδιά, λίγα ρούχα και φεύγουμε! Είπε με βραχνή φωνή. 

-Φεύγουμε; φωνάξαμε όλοι μαζί . 

-Ναι! Θα φύγουμε όλοι! Θα πάμε στην Ελλάδα πρόσφυγες! Αποφασίστηκε να γίνει ανταλλαγή! Πρέπει να φύγουμε να αδειάσει όλο το χωριό!  Μάθαμε ότι κάηκαν χωριά! 

Θυμάμαι τα μάτια της μάνας μου! Τα μάτια του πατέρα μου! Ποτέ τόσο μεγάλες θάλασσες δεν θα ξαναδώ στη ζωή μου!   

-Μα εδώ έχουμε το βιος μας , είπε η μάνα διστακτικά. Τη γη μας, τα ζωντανά μας, τα βουνά μας, τα όνειρά μας! Πού να πάμε; Εδώ γεννηθήκαμε κι εμείς και οι γονείς μας και οι παππούδες μας εδώ είναι θαμμένοι όλοι! 

-Γυναίκα, ο στρατός καίει όλα τα χωριά, σκοτώνει ... Δεν έχει κανείς μας ελπίδα αν δεν φύγουμε! 

Τη νύχτα όλοι θα πάρουμε το δρόμο για το λιμάνι. Θα μας περιμένουν βάρκες να φύγουμε από δω... Θα πάμε στην Ελλάδα. Μάζεψε λίγα πράγματα... Όλο το χωριό θα φύγει! Όλο το χωριό θα αδειάσει!  

Η μάνα έτρεξε στην εκκλησιά τ’ Αϊ Γιώργη! Γονάτισε κάτω από την θαυματουργή εικόνα του και άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν ώσπου έγιναν λυγμός και τέλος παράπονο. 

Μα τότε ένιωσε ένα χάδι στο κεφάλι της, άκουσε ένα χλιμίντρισμα! 

Σήκωσε τα μάτια. Μπροστά της στεκόταν ο Αϊ Γιώργης καβαλάρης.  Νέος, με την στρατιωτική στολή του κρατούσε στο ένα χέρι τα γκέμια του αλόγου και στο άλλο το σπαθί του!  

-Μην φοβάσαι! Θα είμαι κοντά σας! Εγώ θα σας οδηγήσω σε μέρη ειρηνικά! 

Η μάνα σηκώθηκε έκανε τον σταυρό της και γύρισε πιο δυνατή και θαρραλέα στο σπίτι, χωρίς να πει πουθενά τίποτα και κλείνοντάς τα όλα στην καρδιά της. 

Μόνο, μετά από πολλά χρόνια, το είπε στην Δροσούλα την κόρη της. 

Όλο το χωριό ετοιμάστηκε. Πήραν όλα τα ιερά από την εκκλησία, μην αφήσουν τίποτα πίσω και πέσει σε χέρια αλλόθρησκα, και την μεγάλη εικόνα του Αϊ Γιώργη, την θαυματουργή. Πρώτη αυτή πήγαινε και πίσω ακολουθούσε όλο το χωριό βουβά, με κλάματα , πόνο και αναστεναγμούς. Κι αφού μπήκαν σε κάτι μεγάλες ψαρόβαρκες ξανοίχτηκαν στ’ ανοιχτά. 

Τα μάτια τους δεν χόρταιναν να βλέπουν το χωριό τους ώσπου έγινε μια μικρή κουκίδα και χάθηκε.  

Η Δροσούλα μικρούλα, δεν έφευγε από την αγκαλιά της μάνας της. Από την άλλη μεριά τους περίμεναν. Θα τους έδιναν γη, χωράφια  για να ζήσουν. Η Δροσούλα κοίταξε τον παππού της τον Γιάννη. Έστριβε τον καπνό του και τον έβαζε στο τσιμπούκι του. Τα μάτια του ήταν υγρά. Δεν μιλούσε.  Έβλεπε και τη γιαγιά που είχε στον κόρφο της, τη σφραγίδα με τον σταυρό για να κάνει τα πρόσφορα. Αυτήν έχει και η Δροσούλα τώρα.... 

Πέρασαν εβδομήντα χρόνια από τότε... Χρόνια δύσκολα, όμως ειρηνικά. Χρόνια γεμάτα πόνο γι’ αυτούς που χάθηκαν, για μια πατρίδα που ξυπνούσε στον ύπνο τους και ζητούσε τα παιδιά της. Χρόνια γεμάτα ελπίδα που πάντα έλεγαν ίσως να ξαναδούν τα μέρη τους.  

Παππούδες να φεύγουν...  Θυμάται τον παππού της να κάθεται στο δωματιάκι του, παίζοντας το κομπολόι του να τραγουδάει όλο παράπονο για την πατρίδα που άφησαν. Κι αυτή με τα αδέρφια της, να περνούν απ’ έξω και να τον βλέπουν. 

Δούλεψαν σκληρά στη νέα γη. Όμως το Τασλίχ ποτέ δεν το ξέχασαν. Ίσως μία μέρα πάμε να το δούμε έλεγαν και περνούσαν τα χρόνια και αποκτούσαν παιδιά και έφτιαχναν σπίτια και χωράφια και κοπάδια. 

 Κάποια μέρα ίσως... Όταν μεγαλώσουν τα παιδιά... να βολέψουμε τα παιδιά να βρουν μια δουλειά... να τα παντρέψουμε... και περνούσαν τα χρόνια... 

Όλοι στο χωριό μιλούσαν τούρκικα μεταξύ τους. Έγιναν νοικοκυραίοι, πρόκοψαν. Όμως πάντα το μικρό τους χωριουδάκι έμεινε ζωντανό στη μνήμη τους. Κι έκαναν στο νέο χωριό τους,  την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Εκεί συγκεντρώνονταν όλοι  και προσεύχονταν και παρακαλούσαν και κάναν τάματα.  

Και στο μικρό καφενεδάκι, που βρισκόταν στην πλατεία του νέου τους χωριού, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο που έδωσε και το όνομα στο χωριό τους, μαζεύονταν οι άντρες μετά τη δουλειά στα χωράφια και κουβέντιαζαν. Η μουσική κι ο καρσιλαμάς ζωντάνευε την προηγούμενη ζωή τους... Ο χωρισμός κι ο πόνος μένει για πάντα ζωντανός και τις νύχτες τριγύριζε τις γειτονιές... 

Ο Αϊ Γιώργης, ήταν όπως τους υποσχέθηκε πάντα στο πλευρό τους. Τους έσωσε από πολλά δεινά και συμφορές. 

Τα βράδια μαζεύονταν και θυμόταν τα παλιά στις γειτονιές... Μέχρι ο ήλιος να πέσει και να σκοτεινιάσει τελείως. Κι εκεί μέσα στα κεριά και τις λάμπες πετρελαίου  τα δάκρυά τους γίνονταν ποτάμι, λυγμοί ακούγονταν για μία γη που ποτέ δεν ξεχάστηκε αλλά μια μέρα  σίγουρα θα την ξαναδούν.  

Μα έχασαν στο δρόμο πολλούς δικούς τους... Άλλοι αδέλφια , παιδιά, συγγενείς φίλους... 

Κάθε οικογένεια είχε και ένα αγκάθι στην καρδιά της. Ένα αγκάθι που τα βράδια ζωντάνευε και τους τρυπούσε το κορμί... 

-Έλα, τώρα, ρίξε μου λίγο αλεύρι, Δροσούλα είπε η γιαγιά στην εγγονούλα της, καθώς έπλαθε κι έκανε δύο ολοστρόγγυλα πρόσφορα.  

Τώρα θα πατήσω καλά την σφραγίδα για να φανεί ο σταυρός καλά και τα γράμματα που έχει.  

Κοίταξε Δροσούλα να μαθαίνεις... Τα πρόσφορα είναι τα δώρα μας στον Θεό! Είναι μεγάλη ευλογία! Είπε η γιαγιά στην μικρή εγγονούλα της με τα ματάκια της γυαλίζουν. 

Σταυρούλα Δημητριάδη, δασκάλα


▣ Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook: ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου