«ΚΑΙΝΑ ΠΟΙΩ ΠΑΝΤΑ»
Πετάχτηκε από το κρεβάτι και κάθισε στην άκρη του τρίβοντας τους καρπούς του.
Ακόμη είναι σκοτάδι έξω. Η καρδιά του χτυπάει δυνατά. Μήπως βλέπει κάποιο όνειρο;
Μήπως όσα έγιναν ήταν στον ύπνο του;
Κλείνει τα μάτια του σφιχτά. Δεν ακούγεται τίποτα άλλο παρά μόνο η ανάσα των
συγκρατούμενών του που κοιμούνται βαθιά.
Πέρασαν κιόλας τρεις μήνες. Τρεις μήνες σιωπής, μοναξιάς, φόβου.
Μα αυτός ονειρευόταν…. Ήθελε να τελειώσει το σχολείο… Να σπουδάσει…. Να
μάθει κιθάρα… Να ταξιδέψει… Να τον καμαρώνουν οι γονείς του…
Μα αυτός ήθελε να γίνει καλός άνθρωπος… Του άρεσε να τραγουδάει… Να
ζωγραφίζει…. Να χαμογελάει… Ένιωθε τη ζωή δική του…. Ήθελε να ανοίξει τα φτερά
του και να πετάξει…
Και ήταν μόνο δεκαέξι χρονών. Κι έχτιζε τα όνειρά του, χρωματιστά όνειρα, όνειρα
που έφταναν κι αγκάλιαζαν τον ουρανό και τ΄ αστέρια, όνειρα γεμάτα από ήλιο και
θαλασσινό αεράκι. Γεμάτα αγάπη και χαρά.
Έτριψε ακόμη πιο δυνατά τους καρπούς του.
Ήταν στο σπίτι όταν σταμάτησε το περιπολικό απ’ έξω και τρεις αστυνομικοί τον
ζήτησαν.
Όταν του περνούσαν τις χειροπέδες δεν μίλησε. Γιατί ήξερε…
«Ο γιος μου είναι καλό παιδί!» άκουσε τον πατέρα του να λέει.
Με την άκρη του ματιού του είδε τη μάνα του πληγωμένη και λαβωμένη να
προσπαθεί να τον φτάσει…
Δεν την ξαναείδε από τότε… Τον πήγαν μακριά. Σ’ ένα σωφρονιστικό κατάστημα σε
μακρινή πόλη.
Χάθηκε ένας ολόκληρος κόσμος από μπροστά του. Το πρώτο βράδυ στη φυλακή
πίστευε ότι όλα αυτά γινόταν σ’ έναν άλλο.
Ήξερε ότι οι παρέες που είχε κάνει τελευταία δεν θα τον οδηγούσαν σε καλό. Το
αισθανόταν.
Κάτι άσχημες λέξεις, συμπεριφορές, προσβολές μέχρι απειλές . Κι αυτός δεν έφευγε
δεν ξεκολλούσε απ’ αυτούς.
Στην αρχή μια μικρή κλοπή, αργότερα μια μεγαλύτερη και τέλος οι χειροπέδες.
Μακάρι να μπορούσε να γυρίσει το ρολόι πίσω… Και τι δεν θα έδινε. Να ακούσει μια
φορά τους γονείς του. Μία φορά.
Τους έβλεπε που ανησυχούσαν με την αλλαγμένη και παράξενη συμπεριφορά του.
Του μιλούσαν αλλά δεν τους άκουγε ούτε τους έβλεπε.
Μακάρι να τους άκουγε έστω για μία φορά.
Τώρα όμως μια τελεία έχει μπει στη ζωή του. Μια τεράστια μαύρη τελεία που δεν
αφήνει μια χαραμάδα φως για να μπει και να την γλυκάνει και να την ταρακουνήσει.
Ο Θωμάς τα βράδια δεν κοιμάται. Προσπαθεί να καταλάβει τον εαυτό του. Δεν μιλάει
με κανέναν. Δεν θέλει να μιλήσει.
Ντρέπεται και λυπάται για όλα αυτά που έκανε. Για τους γονείς του που
στενοχώρησε…
Θέλει να συνεχίσει τα όνειρά του από εκεί που τα άφησε.
«Είναι καλό παιδί ο Θωμάς», άκουσε τον μπαμπά του να λέει.
«Μαμά, μπαμπά σας αγαπώ!» Κραυγάζει μια φωνούλα μέσα του.
Με τον μόνο που μιλάει είναι τον ιερέα που επισκέπτεται τις
φυλακές. Μόνον αυτόν δέχτηκε να δει να του τα πει όλα! Να ανοίξει
την καρδιά του και να αφήσει το βαρύ φορτίο που έχει στα πόδια του
Κυρίου.
Γιατί έτσι του είπε. «Άφησέ τα όλα πάνω του! Αυτός θα σε
γιατρέψει και θα σε οδηγήσει εκεί που θέλεις. «
Κι ο Θωμάς τα εξομολογήθηκε όλα! Κι ένιωσε γερός και δυνατός!
Ο Θωμάς πήρε στα χέρια του την εικονίτσα του Χριστού που του
έδωσε ο ιερέας.
Πάνω της έλεγε με μεγάλα γράμματα: «Καινά ποιώ πάντα».
-Τι σημαίνει αυτό πάτερ; Τον ρώτησε.
-Ο Χριστός, Θωμά, μας υποσχέθηκε ότι αν τον αφήσεις και μπει
στη ζωή σου θα τα κάνει όλα καινούρια.
-Και γίνεται αυτό;
-Τα πάντα είναι δυνατά για τον Θεό και Πατέρα μας! Αν τον
αγαπήσεις και τον πιστέψεις θα ζήσεις μια νέα ζωή καινούρια μακριά
από οτιδήποτε παλιό. Μια ζωή φωτεινή, λαμπρή και καθαρή μακριά από την αμαρτία,
την απάτη, την κλοπή, το σκοτάδι και κάθε κακό.
-Και τι χρειάζεται για να το καταφέρω;
-Μετάνοια, παιδί μου. Το έλεος του Κυρίου είναι άπειρο και η αγκαλιά του είναι
ανοιχτή για κάθε παραστρατημένη και μετανιωμένη ψυχή.
Τρεις λέξεις που δεν φεύγουν από το μυαλό του, του δίνουν ελπίδα που άνοιξαν
σιγά τις χαραμάδες για να μπει το φως και να αρχίσει τα όνειρά του.
Καινά Ποιώ Πάντα… Τρεις λέξεις που έφεραν τον ουρανό στη γη που είναι αυτός
για να λουστεί από το Θείο Φως.
Ναι Κύριε! Εδώ είμαι για σένα! Ψιθύρισε ο Θωμάς
Σταυρούλας Δημητριάδη, δασκάλας

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου