menu

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

3 ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ (συνέχεια)

   ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ
     Ο διαδικασίες, γι ν περάσεις μέσα στν διαίτερο χρο τς φυλακς, εναι πολλές, πίπονες, λλ κι φόρητα πώδυνες.  εκόνατης παίσια,  μυρωδιά της ποπνικτική· ρχισε κιόλας ν βρωμίζει τν ψυχή μου, ν τν ταπεινώνουν κα ν τν ξευτελίζουν μ τν πι χυδαο τρόπο τους, ταν  δεσμοφύλακας μ αστηρ φος μ ποχρεώνει ν σταθ μπροστά της λόγυμνη, πως μ γέννησε  δόλια μάνα μου, κι μέσως ν νέβω πάνω σ μία ατρικ καρέκλα ν μο κάνει κάποια λλη δεσμοφύλακας πο κανε χρέη νοσοκόμας «Κολπική». Κέρωσα, χάθηκε τ δαφος π τ πόδια μου, τ δάκρυα ρχισαν ν τρέχουν σν μικρο σταλακτίτες πάνω στ χλωμά μου μάγουλα· δάγκωσα μ ργ τ χείλη μου μέχρι πο μάτωσαν,  φωνή μου φραξε, δν μποροσα ν ορλιάξω· μόνο νας πικρς κόμπος νεβοκατέβαινε στ στεγν λαρύγγι μου. Ζ ναν δυσώπητο φιάλτη, ο ρυτίδες τς ταπείνωσης κα το ξευτελισμο σκάβουν βαθι τ φαράγγι τς ψυχς μου,  κατάρα χει σφραγίσει τ εναι μου κι  δρόμος της μ δηγε στν πόρτα τς συμφορς. τελείωτη  τιμωρία μου - ς εναι θ τν ντέξω κι ατ τν φάπα, δν χω λλη πιλογή. Νιώθω γκλωβισμένη, τσακισμένη, ξεγύμνωσαν τν ψυχή μου χωρς προσχήματα, κα πόσα κόμη θ ποστ νας Θες τ ξέρει! Εμαι πολ θυμωμένη μ τν αυτό μου πο δν βγαλα π μέσα μου τν τσαμπουκά, γιατί δν τόλμησα ν ντισταθ στ κατεστημένο κα τν ποκριτικ τς Δικαιοσύνης
       διαρκς ξονυχιαστικ διαδικασία τς ξεγυμνωμένης μου ξιοπρέπειας εχε τέλος, μ τν πόγνωση ν χορεύει μέσα στ θολ βλέμμα μου.  δεσμοφύλακας μο κανε νόημα ν τν κολουθήσω τν ρα πο νοιγε μία βαρι  σιδερένια πόρτα γι ν περάσω μέσα στν διαίτερο χρο τς φυλακς.
      ντρομη, μ τος παλμος τς καρδις μου ν σφυροκοπον μέσα στ στήθη μου, διανύω να πολ μακρ διάδρομο γι ν φθάσω στ σόγειο τς Βʹ πτέρυγας, που κε θ μεινα… γι πόσο…; γνωστο· εναι μεγάλη  τροχι κα τ ταξίδι μέσα στ πειρο χάος. δταν μπαίνεις,  πόρτα εναι ρθάνοιχτη, μά, ταν θέλεις ν φύγεις, πρέπει ν λιώσεις τόσο πολύ, στε ν χωρέσεις στν τρύπα τς κλειδαρότρυπας γι ν ποφυλακιστες. Δειλ - δειλά, μ τν φόβο ν κάνει χαρακις στ πρόσωπό μου, μπαίνω στν πτέρυγα, φήνω σ μία γωνία τν σάκο μου κα θρονιάζομαι πελπισμένη πάνω σ μία πλαστικ καρέκλα πο βρκα μπροστά μου.
      Τ μυαλό μου εχε φύγει, τ μηνίγγια μου χτυποσαν σν χαλασμένο βιολί,  νευρικότητα κλωτσοσε μέσα μου. Δν μποροσα ν συγκεντρωθ· εχα μία ταραχή, τ πόδια μου τρεμαν κι  θυμς κλεισε τν ναπνοή μου. Δν συνειδητοποίησα πόση ρα μεινα κίνητη, συντροφι μ τν ρημι τς ψυχς μου, μέσα στν λαβύρινθο το διέξοδου, προσπαθώντας ν παραμερίσω τν γκρίζα σκόνη π τ ψυχικ κα πνευματικ τέλμα πο εχα περιπέσει.  γνοιά μου γι ατ τ καινούργιο γνωστο περιβάλλον ρχίζει ν μ προβληματίζει ντονα, νιώθω νασφαλς κα πολ μπερδεμένη μ τς σκέψεις μου. Πόσο κακ κανα στν αυτό μου κα πόσο πόνο κι πόγνωση προκάλεσα στν οκογένειά μου γι να λάθος π ατ τ λάθη πο κάνει λόκληρη  κοινωνία ‑ μόνο ο νεκρο δν κάνουν λάθη. Κι μως στν παρανομαστ γ κα μόνο γ βρίσκομαι. Βλέπω ν καταρρακώνουν τ δανικά μου, ν ξευτελίζουν τν ξιοπρέπειά μου, ν θάβουν τν ψυχή μου μέσα στ σκουπίδια.
-   Δν πάρχει μεγαλύτερη κατάντια π τ ν παραδίνεσαι μαχητί σ τούτη τν ποκτήνωση, ψέλισα, μ μία μελαγχολικ ερωνεία.
να πικρ παράπονο γέμισε τ στήθη μου, σηκώθηκα κα πγα στ τέρμα το διαδρόμου, που εχε να παράθυρο, γι ν μ χτυπήσει δροσερς έρας ν συνέλθω. ταν πολλ σα γιναν σήμερα· γι ν τ ντέξω λα θελα μία παύση, να μικρ διάλειμμα, ν ρεμήσω τν φουρτουνιασμένη ψυχ μου κα ν βάλω σ μία τάξη λες τς σκέψεις πο μ βασανίζουν. Τ βουρκωμένα μάτια μου εχαν καρφωθε πάνω στς κρατούμενες, πο περνοσαν διάφορες π μπροστά μου σν λλόκοτες φυσιογνωμίες. Λς κα ταν βγαλμένες μέσα π κάποιο οκουμενικ δειγματολόγιο. Τ πρόσωπά τους σκυθρωπά, ρυτιδιασμένα, σκυφτές, μ πλαδαρ κορμιά, χαμένες μέσα στν γκρίζα σκόνη τς ζως τους, κουβαλώντας γι χρόνια τν βαρ σταυρ το γολγοθά τους.
Γυνακες π λα τ μέρη το πλανήτη, γνωστες μεταξ γνώστων, κάθε μία μ τν δική της νοοτροπία, μ τν δική της προσωπικότητα. Μ νευρικς κινήσεις πρα π τ πακέτο μου να τσιγάρο, τ ναψα κα μέσως μετ π δύο ρουφηξιές, τ σβησα, χτυπώντας τν ναμμένη κρη του πανειλημμένα πάνω σ' να παλι τσίγγινο τασάκι. Ο δυνάμεις μου σια - σια πο μ κρατοσαν ρθια, ζωή μου χει τώρα πιαστε στ δόλωμά της καί, νήμπορη, σπαρταράω στ' γκίστρι της. πόγνωση ρχισε ν μ πνίγει σν μία ράχνη, πλέκοντας τν δύνη κα τν συμφορ γύρω μου. πογοητευμένη π' λα τ σημεα τς ζως, παρακολουθ βουβή, μέσα π τ ραδιασμένα γεωμετρικ κάγκελα το παραθύρου, τ πορφυρ λιοβασίλεμα κι ναστέναξα μέσα π τ βάθη τς ψυχς μου.
     Θεέ μου!!!! Πς θ περάσει ατ νύχτα…; Πς θ περνον ο δεκάδες… ο χιλιάδες μέρες κα νύκτες δ μέσα  στ νεκροταφεο τν ζωντανν νεκρν; Μ τ σκ ν μο προκαλε να ψυχικ μαρασμό, πρα π τν σάκο μου μία πετσέτα κα μπκα σ να π τ τρία μικρ ντουζάκια, πο εναι γι περίπου ξήντα γυνακες το ρόφου μας, ν κάνω να ντοζ ν χαλαρώσω κα ν διώξω στω κα προσωριν λες τς ννοιές μου. φησα τ καυτ νερ ν τρέχει πάνω στ σμα μου, θελα ν βγάλω λη τν βρμα π πάνω μου, ν πάρω βαθις νάσες γι ν ντέξω τς μπόρες πο ρχονται. Βγκα π τ μπάνιο κι μέσως πγα στν θάλαμο ν στρώσω τ κρεβάτι, ν ξαπλώσω κα ν κρυφτ κάτω π τς κουβέρτες, γι ν μν βλέπω τν χαλίνωτη δυστυχία πο πλώνεται σν να ραο μαρο σατν σεντόνι πάνω στς ψυχές μας.
     Ἕνα πικρ παράπονο γέμισε τ στήθη μου, σηκώθηκα κα πγα στ τέρμα το διαδρόμου, που εχε να παράθυρο, γι ν μ χτυπήσει δροσερς έρας ν συνέλθω. ταν πολλ σα γιναν σήμερα· γι ν τ ντέξω λα θελα μία παύση, να μικρ διάλειμμα, ν ρεμήσω τν φουρτουνιασμένη ψυχ μου κα ν βάλω σ μία τάξη λες τς σκέψεις πο μ βασανίζουν. Τ βουρκωμένα μάτια μου εχαν καρφωθε πάνω στς κρατούμενες, πο περνοσαν διάφορες π μπροστά μου σν λλόκοτες φυσιογνωμίες. Λς κα ταν βγαλμένες μέσα π κάποιο οκουμενικ δειγματολόγιο. Τ πρόσωπά τους σκυθρωπά, ρυτιδιασμένα, σκυφτές, μ πλαδαρ κορμιά, χαμένες μέσα στν γκρίζα σκόνη τς ζως τους, κουβαλώντας γι χρόνια τν βαρ σταυρ το γολγοθά τους.
Γυνακες π λα τ μέρη το πλανήτη, γνωστες μεταξ γνώστων, κάθε μία μ τν δική της νοοτροπία, μ τν δική της προσωπικότητα. Μ νευρικς κινήσεις πρα π τ πακέτο μου να τσιγάρο, τ ναψα κα μέσως μετ π δύο ρουφηξιές, τ σβησα, χτυπώντας τν ναμμένη κρη του πανειλημμένα πάνω σ' να παλι τσίγγινο τασάκι. Ο δυνάμεις μου σια - σια πο μ κρατοσαν ρθια, ζωή μου χει τώρα πιαστε στ δόλωμά της καί, νήμπορη, σπαρταράω στ' γκίστρι της. πόγνωση ρχισε ν μ πνίγει σν μία ράχνη, πλέκοντας τν δύνη κα τν συμφορ γύρω μου. πογοητευμένη π' λα τ σημεα τς ζως, παρακολουθ βουβή, μέσα π τ ραδιασμένα γεωμετρικ κάγκελα το παραθύρου, τ πορφυρ λιοβασίλεμα κι ναστέναξα μέσα π τ βάθη τς ψυχς μου.
    Θεέ μου!!!! Πς θ περάσει ατ νύχτα; Πς θ περνον ο δεκάδες… ο χιλιάδες μέρες κα νύκτες δ μέσα  στ νεκροταφεο τν ζωντανν νεκρν; Μ τ σκ ν μο προκαλε να ψυχικ μαρασμό, πρα π τν σάκο μου μία πετσέτα κα μπκα σ να π τ τρία μικρ ντουζάκια, πο εναι γι περίπου ξήντα γυνακες το ρόφου μας, ν κάνω να ντοζ ν χαλαρώσω κα ν διώξω στω κα προσωριν λες τς ννοιές μου. φησα τ καυτ νερ ν τρέχει πάνω στ σμα μου, θελα ν βγάλω λη τν βρμα π πάνω μου, ν πάρω βαθις νάσες γι ν ντέξω τς μπόρες πο ρχονται. Βγκα π τ μπάνιο κι μέσως πγα στν θάλαμο ν στρώσω τ κρεβάτι, ν ξαπλώσω κα ν κρυφτ κάτω π τς κουβέρτες, γι ν μν βλέπω τν χαλίνωτη δυστυχία πο πλώνεται σν να ραο μαρο σατν σεντόνι πάνω στς ψυχές μας..(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
Από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ μιας  πρώην κρατουμένης 

▣ Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook: ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου