menu

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

11. ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΝΕΣ ΨΥΧΕΣ
Τ πόγευμα βροχ σταμάτησε κα θέλησα ν κάνω να τηλεφώνημα στν μητέρα μου ν τν νημερώσω γι τ πο βρίσκομαι. Στν πόρτα μεινα στήλη λατος, κόντευα ν πάθω γκεφαλικό. Τ προαύλιο, να μικρούλι 5×5 ταν γεμάτο μ περιττώματα πο πλεαν πάνω στ νερ σν μικρς βαρκολες πο παίζουν τ παιδάκια σ κάποια μικρ λιμνούλα. Φρίκη!!!! Τώρα; Πς ν πάω στν πέναντι γωνία που πρχε τ καρτοτηλέφωνο; Μία νεαρ συγκρατούμενη στάθηκε δίπλα μου.
- Θέλεις ν πάρεις τηλέφωνο; Μ ρώτησε.
Κούνησα θυμωμένη τ κεφάλι μου ς νδειξη ”ναι,„ γιατί φωνή μου δν βγαινε.
-    Πάρε ατ τν πλαστικ λεκάνη, βάλε μέσα τ πόδια σου, στηρίξου μ τ χέρια σου στν τοχο κα μ χορευτικς κινήσεις θ φτάσεις στ τηλέφωνο. Τ διο κα πιστροφή.
Μο τν χει βιδώσει σχημα, δν θέλω ν ζήσω δ μέσα, δν τ θέλω τέτοια ζωή. Θέλω ν ξεράσω, ν ξεράσω τν δια μου τ ζω πο νασαίνει μέσα στ συμφέροντα κα στν διωτικ γκληματικότητα. λη τ νύχτα μεινα γρυπνη, πς ν κοιμηθ μέσα σ' ατν τν λαβύρινθο; μία βηχε, λλη βογκοσε, στν πέναντι γωνία τ πρεζάκια ρουφοσαν τν πρέζα τους, λλη κλαιγε κα δίπλα να μοφυλόφιλο ζευγάρι κανε μπροστά μας ρωτα. λη τ νύχτα μεινα ξάγρυπνη, μ τν πόγνωση τυπωμένη μέσα στ βλέμμα μου κι νας καθόριστος φόβος θρονιάστηκε στν ψυχή μου.
-    μαρτον, Θεέ μου!!!! Σ τί χω φταίξει; Μονολογοσα μέσα στν ρημι τς ψυχς μου.
Τ πρωί, μόλις ξημέρωσε, πγα μέσως στν ψυχίατρο ν μο δώσει χάπια γι τν πνο. Δν τ θέλω, μως τώρα εναι πιβεβλημένη νάγκη ν τ παίρνω ν ρεμήσω, ν κοιμηθ, ν κοιμηθ μέχρι τν ρα πο θ φύγω. Ο μέρες περνοσαν, μ γ δν τς νιωθα. μουν συνεχς ναρκωμένη π τ χάπια κι διαφοροσα γι τ πάντα. Στ προαύλιο βγαίναμε ν γυμναστομε, ν κυκλοφορίσει τ αμα μας π τν καθημεριν ξάπλα κα ν πλύνουμε τ ροχα μας. Τ προαύλιο ταν νας μικρς χρος δέκα βήματα πάνω, δέκα βήματα κάτω. Συνεχς βαδίζαμε πάνω κάτω σν μία ταινία τούρκικη "τ ξπρς το Μεσονυκτίου", πο ο φυλακισμένοι εχαν τρελαθε κι λημερς γυρνοσαν γύρω π να πηγάδι. Τ μυαλό μου χει θολώσει, δν μπορ ν ναλύω τίποτα. Ατ πο πρέπει ν κάνω εναι ν συλλέγω τ σκόρπια κομμάτια μου μέσα π τ συντρίμμια, ναχαιτίζοντας τν δική μου προσωπικότητα, δείχνοντας πτυχς γνωστες πο ς τώρα δν εχα γνωρίσει.

χι, δν πρέπει ν τρελαθ τώρα στ τέλος, πρέπει ν κρατήσω πάση θυσία τν ψυχραιμία μου κα ν κρατήσω μέσα μου μία κρυφ λπίδα πς σύντομα θ περάσουν λα ατ πο βίωσα. Νομίζω πς θ ξυπνήσω π τν φιάλτη… χ, Θεέ μου, ς ταν μόνο νας φιάλτης το πνου κα ταν ξυπνήσω ν π πς λα ατ ταν να κακ νειρο. Κουράστηκα ν εμαι πάνω σ' να κρεβάτι σν νάπηρη, λλ πο ν πάω; Χρος δν πάρχει, κι ξω χειμώνας εναι βαρύς. π τ πρω βροχ κι νεμος λυσσομανον, ντάρα το ορανο δν λέει ν σταματήσει. Τ προαύλιο εχε γεμίσει περιττώματα, περιττώματα ζωή μου… Πς γινε τσι ζωή μου; Τί ν περιμένω ραγε τώρα; Δν ξέρω, τίποτα δν ξέρω, τίποτα δν περιμένω τίποτα.
να ρμο πουλ εναι ψυχή μου πο δν βρίσκει δέντρο ν πιαστε, ν γαντζωθε. Μία ψυχ τσαλακωμένη πο τν τσαλάκωσε πόνος, δικία κα ο καταιγίδες, πο τν σάρωσαν πάνω στν νεμοστρόβιλλό τους. Ο μέρες περνον μέσα στν ποχαύνωση, στριφογυρίζω στ κρεβάτι μέσα στ νευρικότητα, κάνω μία στατη πόπειρα ν διαβάσω, κάτι ν ξεχαστ, μ μέσως τν πορρίπτω. Πιέζω φόρητα τν αυτό μου ν βρ νώδυνες λύσεις, ν νασυγκροτήσω τς δυνάμεις μου πο νιώθω πς μ' γκαταλείπουν.
ρρώστια μου ταν προβλέψιμη π τ τσουχτερ κρύο κα χωρς θέρμανση. Τ βράδυ ψηνόμουν στν πυρετ κα σ κάθε βήχα μου βγαζα αμα.
Ο συγκρατούμενες τρόμαξαν κι ρχισαν ν φωνάζουν ν μ πνε στ νοσοκομεο. Στ διαδρομ δν ξέρω ν λιποθύμησα πέθανα, ταν μως νοιξα τ μάτια μου εδα τν γιατρ δίπλα μου ν μο χαμογελάει.
-    Πνευμονικ οδημα, παρ τρίχα τν γλύτωσες. ν ργοσαν ν σ φέρουν θ εχες δη πεθάνει.
-    Σ΄εχαριστ, γιατρέ, δύο φορς στ παρ πέντε. Μία φορ πάλι παρ τρίχα τν γλύτωσα λλ ς πότε, γιατρέ; Σ΄ατν τν γρ τάφο πο μ' χουν καταχωνιάσει, θάνατός μου εναι βέβαιος.
-    ψυχ δν βγαίνει εκολα, ταν διος Θες δν θέλει ν τν πάρει.
-    Γιατρέ, σ παρακαλ! Σ κετεύω μέσα π τν πληγωμένη ψυχή μου· κράτησε μ λίγες μέρες στ νοσοκομεο ν ρεμήσω π' λα σα γίνονται κε μέσα, δν ντέχω λλο… σ παρακαλ!!!!
γιατρς φυγε σκεπτικς κα γύρισε μετ π εκοσι λεπτά.
- Θ μείνεις δέκα μέρες στ νοσοκομεο περισσότερο. Παραπάνω δν μπορ, γιατί τ κράτος πληρώνει τν φρουρ πο θ μείνει στν πόρτα.
- Ν πάει στ διάβολο, γιατρέ, ατο παλεύουν γι τν ξουσία κι γ γι τ ζωή μου. Σ' εχαριστ μέσα π τ βάθη τς ψυχς μου.
- Θ κάνουμε μία ατηση στ πουργεο πς τ κλίμα εναι βαρ γι τν γεία σου, γι ν τος ναγκάσουμε ν γίνει σύντομη πιστροφή σου.
Τ δάκρυα σως χαρς τρεχαν σν τ Νιαγάρα π τ μάτια μου, πιασα τ χέρι το γιατρο κα τ φίλησα μ λη τν εγνωμοσύνη πο πήγαζε π τν τραυματισμένη καρδούλα μου.
γιατρς ταν πάνω π' λα νθρωπος. Μ βοήθησε πολ ν ναρρώσω κα ν δ τ ζω π τν λλη πτικ γωνία. Ασθάνομαι πς νθρωπος εναι τ μεγαλύτερο κα τ πι γριο θηρίο. ν νιώσει μέσα του συμπάθεια, σκύβει σ μυρίζει, σ γλύφει. ν χι, τότε ρμ πάνω σου κα σ κατασπαράζει. λλ τίποτα δν ρμ πάνω σου ν δν δείξεις πς τ φοβσαι. πίκρα στάζει συνεχς μέσα μου, ναμασάω τν χρόνο περιμένοντας τν δικαίωση τς ψυχς μου. Σήμερα βγκα π τ νοσοκομεο κα γύρισα ξαν στν πόνομο τς κόλασης μ τ σκέψη στν νάσταση τς ψυχς μου.

μουν πολ κουρασμένη, τσακισμένη, χαμένη, να ζόμπι π τν νέργεια τν χαπιν, να σμα νεκρ χωρς πυγμή, πο μόνο νασαίνει κι κολουθε μ τν δια συνταγ τ παραμύθι τς ζως πο μς χουν φουσκώσει ο λλοι. Τ πρω κοίταξα τν αυτό μου στν καθρέφτη κα τρόμαξα. πέναντί μου μία γνωστη, μ γκρίζα μαλλι κα πολλς ρυτίδες γύρω π τ μάτια κα τ χείλη. Τ βλέμμα της θολό, χωρς χρμα, χαμένο σ κάποιον ρίζοντα, πολαμβάνοντας τ ψεδος τν νείρων. Δν ταν τόσο πλ ν' ντικρίσω τν αυτό μου στν καθρέφτη. Φοβμαι… φοβμαι ν δ τ μορφ τς ψυχς μου ξεγυμνωμένη γιατί θ σαλτάρω. νάθεμα τν τύχη μου· ς πότε ζω θ μ χαστουκίζει; ς πότε θ μο νοίγει πληγς γιάτρευτες;
Τ πάθη το Χριστο τραβάω κα δν ξέρω τ γιατί. να μόνο ξέρω, πς χω τ συνείδησή μου καθαρότατη κα κοιμμαι συχη. λλοι δν μπορον ν κοιμηθον γιατί συνείδησή τους εναι γεμάτη βρωμις κα μπόχα δν τος φήνει ν κοιμηθον. Θες ξέρει τί κάνει, σίγουρα χει τ λόγο του κα περιμένει τν κατάλληλη στιγμ ν δώσει στν καθένα τν μοιβή του.
Περιμένω μ γωνία κάθε πρω κάποιο νέο π τ πουργεο, ρωτάω κα ξαναρωτάω τν δεσμοφύλακα θέλοντας ν' κούσω ατ πο ζητάει καρδούλα μου.
Κι ς θαύματος ατ τ πρωιν μετ π δυόμισι μνες Μαρίνα μ ξυπνάει λαφιασμένη.
-    Σήκω, φεύγουμε, γυρίζουμε στν Κορυδαλλό!!! Ξύπνα!!! Δν χουμε χρόνο.
Πετάχτηκα σν λιοντάρι π τ κρεβάτι. ταν μία φευγαλέα λιόλουστη μέρα, κα γέμισε ψυχή μου μ νέργεια κα χαρά. πιτέλους, φεύγω π τν βορκο, μπορ τώρα ν νασάνω, ν σταθ ρθια, ν καθαρίσω τ μυαλό μου π τν μίχλη, ν καταλαγιάσει ργή μου, ν βγάλω π τ δέρμα μου ατ τν σμ πο κόλλησε κα δν λέει ν ξεκολλήσει, κι λα τ σχημα πο βίωσα δ ν τ ρίξω στ θάλασσα, ν τ πνίξω, κα μαζ λες τς πίκρες πο μ κέρασε ζωή. Θέλω ν φύγω σο πι γρήγορα γίνεται, ν δ τ γνώριμα, φιλικ πρόσωπα πο τριάμισι χρόνια συντροφι δώσαμε μάχες, σταθήκαμε δυνατς κα εχαμε συνταυτιστε μ τ δυστυχία, τν πόνο κα τ δράμα πο πρωταγωνιστομε καθημερινά. νυπομονοσα ν δ τν καλή μου φίλη Κατερίνα, τν τρελάρα Βάνα μ τ στεία της, ν γελάσω, ν ξεχάσω λα τ κακς κείμενα πο μ περικύκλωσαν… ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
Από το ομόνυμο βιβλίο της πρώην κρατουμένης Μ. Βολιώτη 

▣ Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook: ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου